
Ψυχολόγος Υγείας MSc - Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία

Υπάρχουν στιγμές που η σκέψη μάς βοηθά. Μας επιτρέπει να κατανοήσουμε μια κατάσταση, να οργανώσουμε τις επιλογές μας, να πάρουμε μια απόφαση ή να προετοιμαστούμε για κάτι που έρχεται.
Υπάρχουν όμως και στιγμές που η σκέψη μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ.
«Γιατί μου το είπε έτσι;»
«Μήπως έπρεπε να είχα απαντήσει διαφορετικά;»
«Κι αν τελικά πήρα λάθος απόφαση;»
«Μήπως έχει αλλάξει κάτι και δεν το έχω καταλάβει;»
«Αν είχα κάνει εκείνο αντί για αυτό, θα ήταν διαφορετικά;»
«Και αν συμβεί…;»
Η ίδια κατάσταση εξετάζεται ξανά και ξανά, από διαφορετικές πλευρές. Αναπαράγουμε συζητήσεις, ψάχνουμε λεπτομέρειες, κατασκευάζουμε πιθανά σενάρια, επιστρέφουμε σε αποφάσεις που έχουμε ήδη πάρει.
Και συχνά υπάρχει από πίσω μία υπόσχεση:
«Αν το σκεφτώ αρκετά, κάποια στιγμή θα νιώσω σίγουρος.»
Μόνο που αυτή η σιγουριά συνήθως δεν έρχεται. Και εκεί αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε πως θα μπορούσαμε να σταματήσουμε αυτή την υπερανάλυση.
Αυτό είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της υπερανάλυσης: μοιάζει με επίλυση προβλήματος, χωρίς απαραίτητα να οδηγεί σε λύση.
Η επαναλαμβανόμενη αρνητική σκέψη έχει συνδεθεί με άγχος και κατάθλιψη, ενώ μπορεί να δυσκολεύει την ουσιαστική επίλυση προβλημάτων όταν μας κρατά εγκλωβισμένους στον ίδιο κύκλο.
Γιατί όμως υπεραναλύουμε;
Συνήθως δεν το κάνουμε επειδή «μας αρέσει να βασανίζουμε τον εαυτό μας».
Η υπερανάλυση συχνά ξεκινά ως προσπάθεια προστασίας.
Όταν κάτι είναι αβέβαιο, ο νους προσπαθεί να προβλέψει. Όταν κάτι μας πλήγωσε, προσπαθεί να καταλάβει γιατί συνέβη. Όταν φοβόμαστε ότι μπορεί να κάνουμε λάθος, εξετάζει κάθε πιθανό σενάριο. Όταν δεν γνωρίζουμε τι σκέφτεται ή τι αισθάνεται ένας άλλος άνθρωπος, προσπαθεί να συμπληρώσει τα κενά.
Με έναν τρόπο, το μυαλό μάς λέει:
«Μείνε εδώ. Μην το αφήσεις ακόμα. Αν το αναλύσουμε λίγο περισσότερο, ίσως καταφέρουμε να αποφύγουμε τον κίνδυνο.»
Γι' αυτό και πολλές φορές η υπερανάλυση δεν αφορά τόσο την ανάγκη μας να βρούμε μια απάντηση, όσο την ανάγκη μας να μην αισθανόμαστε αβεβαιότητα.
Και εκεί βρίσκεται μια σημαντική διαφορά.
Σκέφτομαι ένα πρόβλημα ή περιστρέφομαι γύρω του;
Δεν είναι κάθε πολλή σκέψη υπερανάλυση.
Μια χρήσιμη ερώτηση είναι:
«Αυτό που κάνω αυτή τη στιγμή με οδηγεί κάπου;»
Η λειτουργική σκέψη συνήθως γίνεται σταδιακά πιο συγκεκριμένη:
«Αυτό συνέβη.»
«Αυτές είναι οι επιλογές μου.»
«Αυτά μπορώ να ελέγξω.»
«Θα κάνω αυτό.»
Η υπερανάλυση, αντίθετα, συχνά επιστρέφει στο ίδιο σημείο:
«Ναι, αλλά μήπως…;»
«Και αν…;»
«Δεν μπορώ να είμαι σίγουρος.»
«Ας το ξανασκεφτώ.»
Υπάρχει περισσότερη νοητική δραστηριότητα, αλλά όχι απαραίτητα περισσότερη σαφήνεια.
Η έρευνα πάνω στην επαναλαμβανόμενη σκέψη δείχνει μάλιστα ότι δεν είναι η επανάληψη από μόνη της προβληματική. Η σκέψη μπορεί να είναι εποικοδομητική όταν γίνεται συγκεκριμένη και προσανατολισμένη σε δράση· γίνεται πολύ λιγότερο βοηθητική όταν παραμένει αφηρημένη, αρνητική και κυκλική.
Η παγίδα της απόλυτης βεβαιότητας
Ας υποθέσουμε ότι έστειλες ένα μήνυμα και ο άλλος δεν έχει απαντήσει.
Μπορεί να αρχίσεις να σκέφτεσαι:
«Μήπως είπα κάτι λάθος;»
Ξαναδιαβάζεις το μήνυμα.
Για λίγο καθησυχάζεσαι.
Μετά:
«Ναι, αλλά μήπως το εξέλαβε διαφορετικά;»
Θυμάσαι την προηγούμενη συζήτησή σας.
Μετά εξετάζεις τον τόνο του.
Μετά πότε ήταν τελευταία φορά online.
Μετά ζητάς τη γνώμη ενός φίλου.
Παίρνεις μια μικρή ανακούφιση.
Και λίγο αργότερα εμφανίζεται μία καινούργια αμφιβολία.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι ότι δεν σκέφτηκες αρκετά καλά.
Είναι ότι προσπαθείς μέσω της σκέψης να αποκτήσεις μια πληροφορία που αυτή τη στιγμή δεν έχεις: τι συμβαίνει στο μυαλό ενός άλλου ανθρώπου.
Και καμία ποσότητα ανάλυσης δεν μπορεί να μετατρέψει την αβεβαιότητα σε βεβαιότητα.
«Ναι, αλλά αν σταματήσω να το σκέφτομαι, μήπως μου ξεφύγει κάτι;»
Αυτή είναι ίσως μία από τις πιο χαρακτηριστικές παγίδες.
Η υπερανάλυση μπορεί να μας δημιουργήσει την αίσθηση ότι κάνουμε κάτι.
Όσο σκέφτομαι, είμαι σε επιφυλακή.
Όσο αναλύω, προετοιμάζομαι.
Όσο εξετάζω τα σενάρια, ίσως προλάβω το κακό.
Γι' αυτό το να σταματήσει κάποιος την υπερανάλυση μπορεί αρχικά να μην προκαλεί ανακούφιση αλλά… περισσότερο άγχος.
Γιατί τότε χρειάζεται να κάνει κάτι πολύ δυσκολότερο:
να αφήσει ένα ερώτημα προσωρινά αναπάντητο.
Από την υπερανάλυση στην πράξη
Ο στόχος επομένως δεν είναι να πούμε στον εαυτό μας:
«Σταμάτα να σκέφτεσαι.»
Ούτε είναι ρεαλιστικό ούτε ιδιαίτερα βοηθητικό.
Μπορούμε αντίθετα να αρχίσουμε να παρατηρούμε τι προσπαθούμε να πετύχουμε μέσω της σκέψης.
Μερικές ερωτήσεις που μπορούν να βοηθήσουν είναι:
Έχω κάποια καινούργια πληροφορία ή επαναλαμβάνω όσα ήδη γνωρίζω;
Υπάρχει κάτι που μπορώ πράγματι να κάνω τώρα;
Ψάχνω λύση ή ψάχνω απόλυτη βεβαιότητα;
Αν αφιερώσω άλλη μία ώρα σε αυτή τη σκέψη, τι διαφορετικό περιμένω να γνωρίζω;
Υπάρχει ένα συναίσθημα που προσπαθώ να μη νιώσω μένοντας στη σκέψη;
Και ίσως η σημαντικότερη:
«Αν δεν μπορώ να είμαι 100% σίγουρος, μπορώ παρ' όλα αυτά να αποφασίσω πώς θέλω να κινηθώ;»
Εκεί η προσοχή μετακινείται από το «πρέπει να καταλάβω τα πάντα πριν προχωρήσω» στο «τι μπορώ να κάνω με αυτά που γνωρίζω αυτή τη στιγμή;»
Αυτή η μετατόπιση προς σαφέστερες, προσανατολισμένες στη δράση επιλογές αποτελεί και μέρος σύγχρονων θεραπευτικών προσεγγίσεων για την επίμονη επαναλαμβανόμενη σκέψη.
Ίσως δεν χρειάζεσαι άλλη μία απάντηση.
Μερικές φορές έχουμε ήδη σκεφτεί αρκετά.
Αυτό που μας δυσκολεύει δεν είναι ότι δεν έχουμε βρει ακόμη τη σωστή απάντηση.
Είναι ότι η απάντηση δεν μπορεί να μας προσφέρει αυτό που πραγματικά αναζητούμε: την εγγύηση ότι δεν θα κάνουμε λάθος, ότι δεν θα απογοητευτούμε, ότι δεν θα απορριφθούμε ή ότι κάτι δύσκολο δεν θα συμβεί.
Και εκεί η δουλειά αλλάζει.
Δεν χρειάζεται να εκπαιδεύσουμε το μυαλό μας να προβλέπει τέλεια το μέλλον.
Χρειάζεται σταδιακά να μάθουμε ότι μπορούμε να αντέξουμε και ένα μέλλον που δεν γνωρίζουμε ακόμη.
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει κάποιον να αναγνωρίσει τον προσωπικό του κύκλο υπερανάλυσης, να κατανοήσει τι τον ενεργοποιεί και τι προσπαθεί να εξασφαλίσει μέσω αυτής, και να αναπτύξει διαφορετικούς τρόπους διαχείρισης της αβεβαιότητας, του άγχους και των δύσκολων συναισθημάτων. Η CBT, μεταξύ άλλων προσεγγίσεων, δουλεύει ακριβώς πάνω στη σχέση μεταξύ σκέψεων, συναισθημάτων και συμπεριφορών και στην ανάπτυξη πιο λειτουργικών τρόπων ανταπόκρισης.