
Ψυχολόγος Υγείας MSc - Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία

Η καρδιά αρχίζει να χτυπά δυνατά. Η αναπνοή αλλάζει. Μπορεί να εμφανιστούν ζάλη, τρέμουλο, εφίδρωση, μούδιασμα ή μια έντονη δυσφορία στο στήθος. Και σχεδόν αμέσως έρχεται η σκέψη:
«Κάτι δεν πάει καλά.»
Ίσως ακολουθήσει το «θα λιποθυμήσω», «παθαίνω έμφραγμα», «θα χάσω τον έλεγχο» ή απλώς μια πολύ έντονη αίσθηση ότι κάτι κακό πρόκειται να συμβεί.
Μια κρίση πανικού μπορεί να είναι μια εξαιρετικά έντονη και τρομακτική εμπειρία. Τα συμπτώματα εμφανίζονται συχνά απότομα και μπορεί να μοιάζουν τόσο απειλητικά, ώστε εκείνη τη στιγμή να είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι σχετίζονται με άγχος.
Για να κατανοήσουμε, όμως, γιατί ο πανικός μπορεί να γίνει τόσο έντονος, χρειάζεται να δούμε όχι μόνο τι συμβαίνει στο σώμα, αλλά κυρίως πώς ερμηνεύουμε αυτό που συμβαίνει στο σώμα μας.
Τι είναι η κρίση πανικού;
Η κρίση πανικού είναι ένα ξαφνικό κύμα έντονου φόβου ή δυσφορίας, το οποίο συνοδεύεται από σωματικά και γνωστικά συμπτώματα και συνήθως κορυφώνεται μέσα σε λίγα λεπτά.
Μπορεί να εμφανιστεί σε μια περίοδο αυξημένου άγχους, αλλά κάποιες φορές μοιάζει να συμβαίνει «από το πουθενά». Κάποιος μπορεί να βρίσκεται στο αυτοκίνητο, στο μετρό, στη δουλειά, σε ένα εστιατόριο ή ακόμη και στο σπίτι του και ξαφνικά να παρατηρήσει μια αλλαγή στο σώμα του.
Τα συχνότερα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν:
έντονους ή γρήγορους καρδιακούς παλμούς,
αίσθημα δύσπνοιας ή ότι «δεν φτάνει ο αέρας»,
πίεση ή δυσφορία στο στήθος,
ζάλη ή αστάθεια,
τρέμουλο,
εφίδρωση ή εξάψεις,
ναυτία ή στομαχική δυσφορία,
μούδιασμα ή μυρμήγκιασμα,
αίσθηση απομάκρυνσης από τον εαυτό ή το περιβάλλον,
φόβο απώλειας του ελέγχου,
φόβο ότι πρόκειται να συμβεί κάτι σοβαρό ή ακόμη και ότι το άτομο θα πεθάνει.
Δεν βιώνουν όλοι την κρίση πανικού με τον ίδιο τρόπο. Για κάποιον το πιο τρομακτικό στοιχείο μπορεί να είναι η καρδιά του, για κάποιον άλλο η αναπνοή ή η ζάλη, ενώ για κάποιον τρίτο η αίσθηση ότι «δεν είμαι πραγματικά εδώ».
Γιατί το σώμα αντιδρά τόσο έντονα;
Ο οργανισμός μας διαθέτει ένα εξαιρετικά χρήσιμο σύστημα συναγερμού.
Όταν ο εγκέφαλος αντιλαμβάνεται έναν πιθανό κίνδυνο, ενεργοποιείται μια σειρά φυσιολογικών αντιδράσεων που προετοιμάζουν το σώμα να προστατευτεί. Η καρδιά μπορεί να χτυπήσει γρηγορότερα, η αναπνοή να αλλάξει, οι μύες να βρίσκονται σε μεγαλύτερη ένταση και η προσοχή να στραφεί προς οτιδήποτε μπορεί να αποτελεί απειλή.
Το πρόβλημα στην κρίση πανικού δεν είναι ότι το σώμα «χαλάει».
Είναι ότι ο συναγερμός ενεργοποιείται σε μια κατάσταση στην οποία δεν υπάρχει ο κίνδυνος που εκείνη τη στιγμή αντιλαμβάνεται ο εγκέφαλος.
Και επειδή οι αλλαγές στο σώμα είναι πραγματικές, είναι πολύ εύκολο να ερμηνευθούν ως απόδειξη ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει.
«Αφού νιώθω τόσο έντονα συμπτώματα, πώς γίνεται να είναι άγχος;»
Αυτό είναι ένα από τα σημεία που συχνά προκαλούν σύγχυση.
Το γεγονός ότι ένα σύμπτωμα σχετίζεται με άγχος δεν σημαίνει ότι είναι φανταστικό.
Η ταχυκαρδία είναι πραγματική.
Η ζάλη είναι πραγματική.
Το τρέμουλο είναι πραγματικό.
Η δυσφορία είναι πραγματική.
Αυτό που μπορεί να διαφέρει είναι η ερμηνεία που δίνεται σε αυτές τις αισθήσεις.
Για παράδειγμα, δύο άνθρωποι μπορεί να αισθανθούν ξαφνικά την καρδιά τους να χτυπά γρηγορότερα.
Ο ένας μπορεί να σκεφτεί:
«Έχω αγχωθεί πολύ σήμερα.»
Ο άλλος:
«Γιατί χτυπά έτσι η καρδιά μου; Μήπως παθαίνω κάτι;»
Η ίδια περίπου σωματική αίσθηση μπορεί τότε να οδηγήσει σε εντελώς διαφορετική συναισθηματική αντίδραση.
Ο φαύλος κύκλος της κρίσης πανικού
Στη Γνωσιακή Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία ιδιαίτερη σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο οι σωματικές αισθήσεις και οι ερμηνείες τους μπορούν να αλληλοτροφοδοτούνται.
Ας υποθέσουμε ότι κάποιος βρίσκεται στο μετρό και παρατηρεί ότι η καρδιά του χτυπά λίγο πιο γρήγορα.
Σωματική αίσθηση:
«Η καρδιά μου χτυπά δυνατά.»
↓
Ερμηνεία:
«Γιατί συμβαίνει αυτό; Μήπως πάθω κάτι εδώ μέσα;»
↓
Φόβος:
Ο εγκέφαλος αντιλαμβάνεται μεγαλύτερη απειλή.
↓
Περισσότερη σωματική διέγερση:
Η καρδιά χτυπά ακόμη γρηγορότερα, η αναπνοή αλλάζει, μπορεί να εμφανιστεί ζάλη.
↓
Επιβεβαίωση της αρχικής σκέψης:
«Να! Γίνεται χειρότερο. Άρα όντως κάτι συμβαίνει.»
↓
Ακόμη μεγαλύτερος φόβος.
Κάπως έτσι δημιουργείται ένας κύκλος στον οποίο ο φόβος για τις σωματικές αισθήσεις παράγει περισσότερες σωματικές αισθήσεις, οι οποίες με τη σειρά τους φαίνονται να επιβεβαιώνουν τον φόβο.
Η εμπειρία μπορεί τότε να κλιμακωθεί πολύ γρήγορα.
«Κι αν λιποθυμήσω; Κι αν πάθω έμφραγμα; Κι αν χάσω τον έλεγχο;»
Στον πανικό δεν μας φοβίζει μόνο αυτό που αισθανόμαστε.
Μας φοβίζει κυρίως αυτό που πιστεύουμε ότι μπορεί να σημαίνει αυτό που αισθανόμαστε.
Για κάποιον η ζάλη μπορεί να σημαίνει:
«Θα λιποθυμήσω.»
Για κάποιον η ταχυκαρδία:
«Κάτι συμβαίνει με την καρδιά μου.»
Για κάποιον η αίσθηση αποπραγματοποίησης:
«Χάνω το μυαλό μου.»
Για κάποιον η δυσκολία στην αναπνοή:
«Θα σταματήσω να αναπνέω.»
Γι' αυτό και η θεραπεία των κρίσεων πανικού δεν περιορίζεται απλώς στην προσπάθεια να «χαλαρώσει» κάποιος. Χρειάζεται να κατανοήσουμε ποιες σωματικές αισθήσεις έχει μάθει να φοβάται και τι ακριβώς πιστεύει ότι πρόκειται να συμβεί όταν τις αισθανθεί.
Παράλληλα, είναι σημαντικό να μην αποδίδουμε αυτομάτως κάθε νέο ή ανεξήγητο σωματικό σύμπτωμα στο άγχος. Ιδιαίτερα όταν ένα σύμπτωμα εμφανίζεται για πρώτη φορά, είναι έντονο, επιμένει ή δημιουργεί ανησυχία, είναι σημαντικό να υπάρχει η κατάλληλη ιατρική αξιολόγηση.
Όταν αρχίζω να φοβάμαι την επόμενη κρίση
Για αρκετούς ανθρώπους, το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι τελικά μόνο η ίδια η κρίση πανικού.
Είναι ο φόβος ότι μπορεί να ξανασυμβεί.
Μετά από μια έντονη εμπειρία πανικού μπορεί να αρχίσει μια συνεχής παρακολούθηση του σώματος:
«Χτυπά φυσιολογικά η καρδιά μου;»
«Ζαλίστηκα λίγο τώρα;»
«Αναπνέω σωστά;»
«Μήπως αρχίζει πάλι;»
Όσο περισσότερο παρακολουθούμε το σώμα αναζητώντας σημάδια κινδύνου, τόσο περισσότερες φυσιολογικές μεταβολές είναι πιθανό να παρατηρήσουμε.
Και μια αίσθηση που παλαιότερα θα περνούσε απαρατήρητη μπορεί πλέον να αποκτήσει τεράστια σημασία.
Έτσι ο άνθρωπος μπορεί να μη φοβάται πλέον μόνο μια κρίση πανικού.
Μπορεί να αρχίσει να φοβάται τον ίδιο τον φόβο.
Όταν η καθημερινότητα αρχίζει να οργανώνεται γύρω από το «να μη με πιάσει»
Σταδιακά μπορεί να εμφανιστούν συμπεριφορές που δημιουργούν μια αίσθηση ασφάλειας.
Για παράδειγμα:
«Δεν παίρνω πια το μετρό.»
«Δεν πηγαίνω μακριά από το σπίτι μόνος/η.»
«Κάθομαι πάντα κοντά στην έξοδο.»
«Δεν γυμνάζομαι έντονα γιατί δεν θέλω να ανεβαίνουν οι παλμοί μου.»
«Έχω πάντα μαζί μου νερό ή κάτι άλλο που με κάνει να αισθάνομαι ασφαλής.»
«Ελέγχω συχνά τους παλμούς μου.»
«Θέλω πάντα να υπάρχει κάποιος μαζί μου σε περίπτωση που συμβεί κάτι.»
Αυτές οι συμπεριφορές είναι απολύτως κατανοητές. Βραχυπρόθεσμα μειώνουν το άγχος.
Το πρόβλημα είναι ότι μακροπρόθεσμα μπορεί άθελά τους να ενισχύουν την πεποίθηση:
«Δεν συνέβη κάτι επειδή πρόσεξα / απέφυγα / είχα κάποιον μαζί μου.»
Έτσι δεν δίνεται εύκολα η ευκαιρία να μάθει κανείς ότι μπορεί να βιώσει μια δυσάρεστη σωματική αίσθηση χωρίς να συμβεί η καταστροφή που φοβάται.
Και ο κόσμος του μπορεί σταδιακά να γίνεται μικρότερος.
Γιατί η αποφυγή βοηθά τώρα αλλά μπορεί να δυσκολεύει αργότερα;
Αν κάποιος φοβάται ότι θα πάθει κρίση πανικού στο μετρό και σταματήσει να χρησιμοποιεί το μετρό, πιθανότατα θα αισθανθεί άμεση ανακούφιση.
«Ωραία. Δεν χρειάζεται να το αντιμετωπίσω.»
Αυτή ακριβώς η ανακούφιση, όμως, κάνει την αποφυγή πολύ ισχυρή.
Ο εγκέφαλος μπορεί να μάθει:
«Το μετρό ήταν επικίνδυνο και γλίτωσα επειδή δεν μπήκα.»
Κάπως έτσι η αποφυγή μπορεί να επεκταθεί.
Αρχικά είναι το μετρό.
Μετά ίσως τα λεωφορεία.
Μετά οι μεγάλες αποστάσεις.
Μετά τα μέρη με πολύ κόσμο.
Η θεραπεία επομένως δεν αφορά μόνο τη μείωση των συμπτωμάτων. Αφορά και την ανάκτηση της ελευθερίας που μπορεί σταδιακά να έχει περιοριστεί από τον φόβο τους.
Πώς αντιμετωπίζονται οι κρίσεις πανικού;
Η Γνωσιακή Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία (CBT) αποτελεί μία από τις καλά μελετημένες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις για τον πανικό.
Η θεραπευτική δουλειά μπορεί, ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε ανθρώπου, να περιλαμβάνει την κατανόηση του μηχανισμού του πανικού, την αναγνώριση των καταστροφικών ερμηνειών των σωματικών αισθήσεων, την εξέταση των συμπεριφορών ασφάλειας και των αποφυγών και τη σταδιακή έκθεση σε καταστάσεις ή σωματικές αισθήσεις που έχουν συνδεθεί με φόβο.
Ο στόχος δεν είναι να υποσχεθούμε:
«Δεν θα ξανανιώσεις ποτέ ταχυκαρδία, ζάλη ή άγχος.»
Το σώμα μας θα συνεχίσει φυσιολογικά να μεταβάλλεται.
Ο στόχος είναι να αλλάξει σταδιακά η σχέση με αυτές τις αισθήσεις.
Να μπορεί η καρδιά να χτυπήσει λίγο πιο δυνατά χωρίς αυτό να σημαίνει αυτόματα «κίνδυνος».
Να μπορεί να εμφανιστεί μια στιγμή ζάλης χωρίς να ακολουθήσει αμέσως το «θα λιποθυμήσω».
Να μπορεί κάποιος να αισθανθεί άγχος χωρίς να χρειάζεται να εγκαταλείψει μια κατάσταση για να αισθανθεί ασφαλής.
Χρειάζεται να «διώξω» την κρίση πανικού όταν εμφανιστεί;
Είναι απόλυτα φυσικό, όταν κάτι είναι τόσο δυσάρεστο, η πρώτη επιθυμία να είναι:
«Θέλω να σταματήσει τώρα.»
Μερικές φορές όμως η έντονη προσπάθεια να ελέγξουμε κάθε αίσθηση μπορεί να μας κάνει να την παρακολουθούμε ακόμη περισσότερο.
«Πέρασε;»
«Αναπνέω καλύτερα;»
«Γιατί δεν έπεσαν ακόμη οι παλμοί;»
«Κι αν χειροτερέψει;»
Η προσοχή παραμένει έτσι διαρκώς στραμμένη στο σώμα και στην πιθανότητα κινδύνου.
Στη θεραπεία, επομένως, δεν δουλεύουμε μόνο πάνω στο πώς θα σταματήσει μια κρίση, αλλά και στο πώς το άτομο μπορεί σταδιακά να αισθάνεται περισσότερο ασφαλές απέναντι στην ίδια την εμπειρία του άγχους.
Πότε είναι χρήσιμο να ζητήσω βοήθεια;
Μία μεμονωμένη κρίση πανικού δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάποιος θα αναπτύξει μια επίμονη δυσκολία με τον πανικό.
Αξίζει όμως να αναζητήσει κανείς επαγγελματική υποστήριξη όταν οι κρίσεις επαναλαμβάνονται, όταν υπάρχει έντονος φόβος για το πότε θα συμβεί η επόμενη ή όταν η καθημερινότητα αρχίζει να περιορίζεται για να αποφευχθεί η πιθανότητα μιας νέας κρίσης.
Ιδιαίτερα σημαντικό σημάδι δεν είναι μόνο πόσο συχνά εμφανίζεται ο πανικός, αλλά και πόσο χώρο έχει αρχίσει να καταλαμβάνει ο φόβος του στη ζωή.
Όταν οι επιλογές αρχίζουν να γίνονται με βασικό κριτήριο το «πού θα αισθάνομαι ασφαλής;», τότε ίσως αξίζει να εξεταστεί τι συντηρεί αυτόν τον κύκλο.
Η κρίση πανικού είναι έντονη αλλά μπορεί να γίνει κατανοητή.
Μια από τις πιο τρομακτικές πλευρές του πανικού είναι η αίσθηση ότι κάτι ανεξέλεγκτο συμβαίνει μέσα στο σώμα.
Όταν όμως αρχίζουμε να κατανοούμε τον μηχανισμό του, η εμπειρία παύει σταδιακά να είναι τόσο μυστηριώδης.
Σωματική αίσθηση → απειλητική ερμηνεία → φόβος → μεγαλύτερη διέγερση → περισσότερες σωματικές αισθήσεις.
Η κατανόηση αυτού του κύκλου δεν εξαφανίζει μαγικά τον πανικό.
Μπορεί όμως να αποτελέσει το πρώτο βήμα για να σταματήσει ο φόβος των συμπτωμάτων να καθορίζει τις επιλογές και την καθημερινότητα.